Ορισμοί

copyright: Sokratis Tsoumelekas

Οι πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες  ή κλάδοι πολιτισμού και δημιουργικότητας (ΚΠΔ) συνήθως περιλαμβάνουν τις βιομηχανίες των εκδόσεων και εκτυπώσεων, την αρχιτεκτονική και το ειδικευμένο σχέδιο (design), την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, την παραγωγή μουσικής και κινηματογραφικών ταινιών, τις αναπαραστατικές και εικαστικές τέχνες, την παραγωγή διαφημίσεων, τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες, την φωτογραφία και την παραγωγή λογισμικού. Έτσι, μπορεί να περιλαμβάνουν αμιγώς πολιτιστικά αγαθά, αλλά και αγαθά τα οποία είναι προϊόντα μιας ευρύτερης δημιουργικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με την βιβλιογραφία, τα δύο κύρια χαρακτηριστικά των πολιτιστικών και δημιουργικών βιομηχανιών, είναι ότι τα αγαθά και υπηρεσίες που παράγουν α) αποτελούν σύμβολα, β) που προστατεύονται  από νόμους για την πνευματική ιδιοκτησία. Τέτοια αγαθά μπορεί να είναι ένα πίνακας ζωγραφικής, ένα διαφημιστικό μήνυμα, ένα βιβλίο, μια κινηματογραφική ταινία, μια υπηρεσία εσωτερικής διακόσμησης, ένα μουσείο κ.α.

Οι πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των θεωρητικών και πολιτικών συζητήσεων λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας και ειδικά λόγω της έλευσης του διαδικτύου που άλλαξε τους τρόπους παραγωγής και διανομής των συμβολικών αγαθών και αναδιαμόρφωσε την ζήτηση για αυτά τα αγαθά.
Το διαδίκτυο, από την μία πλευρά, έκανε πολλά συμβολικά αγαθά πιο προσιτά στο ευρύ κοινό μέσω του κατεβάσματος αρχείων (μουσική, κινηματογραφικές ταινίες κλπ), ενώ η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας μεταμόρφωσε τους τρόπους και τα κόστη παραγωγής. Για παράδειγμα ένας κινηματογραφιστής μπορεί πλέον με τα κατάλληλα ψηφιακά μέσα να δημιουργήσει μια ταινία στο οικιακό του στούντιο, ενώ μέσω των ψηφιακών αρχείων (πχ. mp3), μια δισκογραφική εταιρία έχει πλέον μηδενικά κόστη αναπαραγωγής της μουσικής των καλλιτεχνών της, σε σχέση με την αναπαραγωγή των ψηφιακών δίσκων (cd). Τα παραπάνω μεταμόρφωσαν σχεδόν όλες τις αγορές συμβολικών αγαθών, αλλά και δημιούργησαν την τάση πολλά συμβολικά αγαθά να νοούνται πλέον ως ελεύθερα αγαθά, λόγω του ανεξέλεγκτου (και δωρεάν) διαμοιρασμού ψηφιακών αρχείων μέσω του διαδικτύου (ψηφιακή πειρατεία). Το τελευταίο υπήρξε ένας από τους κυριότερους λόγους για την δημιουργία των πρώτων δημόσιων πολιτικών για τις πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες, κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 1990, που στόχευαν στην θωράκιση των πνευματικών δικαιωμάτων των εταιριών και καλλιτεχνών.

Ένας ακόμη λόγος που ώθησε τις θεωρητικές αναζητήσεις και τις δημόσιες πολιτικές να στραφούν προς τις δημιουργικές βιομηχανίες είναι η αναδιάρθρωση των τάξεων στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Από την δεκαετία του 1980 η παραγωγή στους κλάδους της μεταποίησης και του πρωτογενούς τομέα, έδωσε σταδιακά την θέση της στους κλάδους των υπηρεσιών, οι οποίοι σημείωσαν εκρηκτική άνοδο στα επίπεδα της παραγωγής και απασχόλησης. Η νέα μεσαία τάξη που αναδύθηκε από αυτή την διαρθρωτική αλλαγή των δυτικών οικονομιών είχε μερικά βασικά χαρακτηριστικά, όπως υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα και ανώτατη μόρφωση, τα οποία άσκησαν πιέσεις για περισσότερη κατανάλωση συμβολικών αγαθών και για ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης στις σύγχρονες πόλεις που είναι άρρηκτα δεμένο με την πολιτιστική παραγωγή.

Γιατί να ασχοληθούμε με τους ΚΠΔ;

Στην Ελλάδα δεν έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα συνεκτικές πολιτικές που θα αναλύουν και θα λαβαίνουν υπόψη, πέρα από την συμβολική αξία των πολιτιστικών αγαθών, τα οικονομικά χαρακτηριστικά της αγοράς της πολιτιστικής και δημιουργικής οικονομίας, τις συνθήκες που διαμορφώνουν τις τιμές των πολιτιστικών αγαθών και ειδικά το αρνητικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών σε πολλά ενδιάμεσα αγαθά και πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην πολιτιστική παραγωγή, τις συνθήκες της αγοράς εργασίας στους ΚΠΔ, τις συνδέσεις τους με άλλες δημιουργικές επιχειρήσεις, την επιρροή τους στις τοπικές κοινωνίες και την σύνδεσή τους με τη τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Ενώ, λοιπόν, οι κρατικοί φορείς αντιλαμβάνονται την συμβολική αξία της πολιτιστικής παραγωγής και κληρονομιάς και δημιουργούν πολιτικές για την ανάπτυξή τους, αποφεύγουν να δουν την οικονομία των κλάδων πολιτισμού και δημιουργικότητας.

Η μυωπική αντιμετώπιση της ύπαρξης των πολιτιστικών και συμβολικών αγορών, δεν αφήνει να δούμε καθαρά διάφορα χρόνια προβλήματα της πολιτιστικής παραγωγής και κατανάλωσης στην Ελλάδα (πχ. μεγάλα ποσοστά ανεργίας, μαύρες συνθήκες εργασίας, δυσκολίες πρόσβασης των νέων δημιουργών στην αγορά, δυσκολίες πρόσβασης των χαμηλότερων στρωμάτων σε καλλιτεχνικά γεγονότα κλπ). Εν κατακλείδι, η προσφορά και η ζήτηση για συμβολικά αγαθά δημιουργεί αγορές και μια πιο ενδελεχή έρευνα αυτών των αγορών θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω προβλήματα. Μόνο εάν αναγνωρίσει την αγοραία πλευρά του πολιτισμού θα μπορέσει η ελληνική πολιτεία να δημιουργήσει πολιτικές που θα στοχεύουν στην ευκολότερη και ισότιμη πρόσβαση του κοινού στα πολιτιστικά αγαθά και στην άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων της πολιτιστικής παραγωγής, στην άρση της αβεβαιότητας της πολιτιστικής και δημιουργικής αγοράς εργασίας και στην σύνδεση της πολιτιστικής παραγωγής με την οικονομική ανάπτυξη (εθνική ή περιφερειακή) και την ποιότητα ζωής στις σύγχρονες πόλεις.

(τα παραπάνω αποσπάσματα αποτελούν προδημοσιεύσεις από το βιβλίο «Οι πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες στην Ελλάδα», Βασίλης Αυδίκος, εκδ. Επίκεντρο, 2014)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s