Δημιουργικές συλλογικότητες ενάντια στην εργασιακή ανασφάλεια

UntitledΚύριο χαρακτηριστικό του εργασιακού βίου ενός καλλιτέχνη ή δημιουργικού εργαζόμενου είναι η εργασιακή ανασφάλεια (μεγάλο ρίσκο) που πηγάζει από το ύφος της εργασίας, η οποία συνήθως είναι στην βάση εργοληπτικών συμφωνιών (project based work, Gill & Pratt[1], 2008) και άρα είναι προσωρινή εργασία αντί της καθημερινής μισθωτής εργασίας που προσφέρει την δυνατότητα σταθερού εισοδήματος.

Το παραπάνω εργασιακό μοντέλο της δημιουργικής απασχόλησης συνήθως «ενισχύεται» από την ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία και τις πολύ μικρές απολαβές (Finkel[2], 2009, Jenkins[3], 2009), τις συχνές προσλήψεις-απολύσεις, την δεύτερη εργασία που συνήθως δεν έχει δημιουργικό περιεχόμενο (Menger[4], 1999, Bain[5], 2005), την απουσία συλλογικών οργάνων διαπραγμάτευσης εργασιακών δικαιωμάτων και την κινητικότητα που θα πρέπει να έχει ο καλλιτέχνης μεταξύ διαφόρων πόλεων για αναζήτηση εργασίας. Αυτή η «εξατομίκευση του κινδύνου» απαιτεί από τους καλλιτέχνες να καλύπτουν μόνοι τους τα έξοδα της εκπαίδευσής τους, της επαγγελματικής τους ανάπτυξης (σεμινάρια κατάρτισης), των επιδομάτων ασθένειας και μητρότητας κ.α. (Gill[6], 2002) και παράλληλα να είναι καινοτόμοι μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον (Christopherson[7], 2008).

Μια ενεργητική απάντηση στην παραπάνω τάση εξατομίκευσης του κινδύνου της δημιουργικής εργασίας, είναι η συγκρότηση ομοειδών ομάδων δημιουργικών εργαζομένων που στόχο έχουν την διασπορά του εργασιακού κινδύνου και τον συλλογικό συντονισμό της δημιουργικής παραγωγής, ενώ κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η οριζόντια διοικητική τους οργάνωση. Τα οφέλη από τέτοιες συμπράξεις είναι πολλά: από την μείωση του ατομικού κόστους εγκατάστασης, μέχρι την ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνικών, και την δημιουργία μιας διακριτής ταυτότητας  της ομάδας, κ.α. Η τάση της δημιουργίας συλλογικοτήτων έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια σε διάφορες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, ενώ και στην Ελλάδα βλέπουμε τελευταία αντίστοιχες δημιουργικές συμπράξεις, όπως οι ομάδες Collective Planning and Design, Platforma και Beforelight, που αυτοπαρουσιάζονται παρακάτω [8].

Οι CPD είναι μία δεκαμελής ομάδα νέων μηχανικών με διάφορες ειδικότητες και έδρα την Αθήνα, που έχει σαν στόχο να παρέμβει στο πεδίο της πόλης, από την κλίμακα του αστικού σχεδιασμού μέχρι το επίπεδο της συγκοινωνιακής, πολεοδομικής και χωροταξικής μελέτης. Πρόκειται για μια οριζόντια συνεργατική διεπιστημονική ομάδα μελετητών με κοινό όραμα για την πόλη, την ύπαιθρο και την κοινωνία. Βασικό κίνητρο για την ίδρυσή της υπήρξε η ανάγκη των μελών της να δημιουργήσουν ένα αντικείμενο εργασίας με σαφή κοινωνικό προσανατολισμό, που θα συνδυάζει τον περιορισμό του κόστους με το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για τον πολίτη. Η λειτουργία της είναι αμεσοδημοκρατική, συνεταιριστική και δεν καθοδηγείται από έναν μόνιμο επικεφαλής, αλλά από συντονιστές κάθε έργου, οι οποίοι κυκλικά διαδέχονται ο ένας τον άλλον ανάλογα με τη θεματική και το φόρτο εργασίας, ενώ κύριο όργανο λήψης των αποφάσεών της είναι η γενική της συνέλευση. Η ομάδα έχει συμμετάσχει σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς σε επίπεδο πόλης και έχει ήδη αποσπάσει διάκριση (δεύτερη εξαγορά) στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ιδεών για την ανάπλαση – ανάδειξη της «Βαλκανικής Πλατείας» του Δήμου Νεάπολης- Συκεών (βλέπε εδώ).

πλατφορμαΗ Platforma από την Θεσσαλονίκη είναι ταυτόχρονα ένας χώρος συνάντησης που στόχο έχει να παρέχει ένα βήμα σε ανθρώπους και ομάδες που ασχολούνται με την αρχιτεκτονική, το βιομηχανικό σχεδιασμό και τις εφαρμοσμένες τέχνες και ταυτόχρονα μια επταμελής ομάδα με συγκεκριμένες δράσεις. Ως ομάδα, η Platforma ασχολείται κυρίως με την κατασκευή μικρών χρηστικών αντικειμένων σε κλίμακα 1:1 και με εγκαταστάσεις (installations). Σαν χώρος συνάντησης φιλοδοξεί να γίνει μια βάση δεδομένων του δημιουργικού δυναμικού της πόλης της Θεσσαλονίκης που θα επικοινωνεί φρέσκες ιδέες και θα αποτελεί εργαλείο αναζήτησης και ενημέρωσης.

Οι Beforelight είναι μια εννιαμελής ομάδα ανθρώπων με σπουδές στην αρχιτεκτονική, το θέατρο, τη σκηνογραφία κ.ά. που πειραματίζεται με τον φωτισμό. Το έργο τους περιλαμβάνει τη σύλληψη το σχεδιασμό και την εφαρμογή φυσικού και τεχνητού φωτισμού με στόχο να ενθαρρύνει τη συμμετοχή και τη διάδραση του κοινού με το φως, σε μια διαδικασία όπου η ιδιαιτερότητα του τόπου και ο πειραματισμός στη χρήση φωτιστικών μέσων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες.


[1] Gill, R. & Pratt, A. (2008), In the social factory? Immaterial labour, precariousness and and cultural work, Theory, Culture and Society, 25

[2] Finkel, R. (2009), A picture of the contemporary combined arts festival landscape, Cultural Trends, 18

[3] Jenkins, B. (2009), Cultural spending in Ontario, Canada: trends in public and private funding, International Journal of Cultural Policy, 15

[4] Menger, P. M. (1999), Artistic labor markets and careers, Annual Review of Sociology, 25

[5] Bain, A. (2005), Constructing an artistic identity, Work, Employment, and Society, 19

[6] Gill, R. (2002), Cool, creative, and egalitarian? Exploring gender in project-based new media work in Europe, Information, Communication, and Society, 5

[7] Christopherson, S. (2008), Beyond the self-expressive creative worker: an industry perspective on entertainment media, Theory, Culture, and Society, 25

[8] Τα κείμενα των ομάδων προέρχονται από την 1η Συνάντηση Νέων Αρχιτεκτόνων, διαθέσιμο στο http://akea2011.wordpress.com/2013/08/30/pragmatopiithikeiprotisinantisi/#more-3084

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s